ˈfɾi.ði
Ετυμολογίαφρύδι < μεσαιωνική ελληνική φρύδι < (ελληνιστική κοινή), υποκοριστικό τού (αρχαία ελληνική) ὀφρῦς / ὀφρύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃bʰrúHs, *bʰruH
- καθένας από τους δύο τοξωτούς τριχωτούς σχηματισμούς, που βρίσκονται πάνω από τις κόγχες των ματιών
- η νοητή καμπυλωτή γραμμή που διαχωρίζει την κορυφή ενός όρους ή μιας οροσειράς από τον υπόλοιπο κατώτερο ορεινό όγκο
“Πρώτος ανασκαφέας του υπήρξε ο Αναστάσιος Ορλάνδος, το 1925, ο οποίος στις 10 μέρες της έρευνάς του σχεδίασε το τοπογραφικό όλου του χώρου, αποτυπώνοντας όλα τα ορατά τότε και εν μέρει αποκαλυφθέντα λ”
- το σύνολο των σημείων σ’ ένα όρος ή μια οροσειρά, απ’ όπου μπορεί κάποιος να βλέπει όλα τα κατώτερα σημεία μέχρι τους πρόποδες
- το άκρο ενός γκρεμού, ενός βράχου, μιας τάφρου, το κράσπεδο ενός υψώματος
“Η πλειοψηφία επιχείρησε να μεταθέσει την ευθύνη για την κατάσταση (πολυκατοικίες που χτίζονται στο φρύδι του γκρεμού και συνεχώς επεκτείνονται) στο υπουργείο Περιβάλλοντος, που δεν εγκρίνει αναθεωρημέ”
- μαύρο σύννεφο που προμηνύει καταιγίδα
- το επάνω μέρος της καμπύλης ενός κύματος
- είδος ορχιδέας (ophrys)
“Ο λόγος είναι ότι οι εν λόγω ορχιδέες είναι αδύνατο να αναπαραχθούν σε συνθήκες θερμοκηπίου, χωρίς έναν ειδικό μύκητα που συμβιώνει με το φυτό στο έδαφος και ένα ειδικό έντομο-επικονιαστή, το οποίο γο”
Τύποιφρύδι(singular, nominative) · φρύδια(nominative, plural) · φρυδιού(genitive, singular) · φρυδιών(genitive, plural) · φρύδι(accusative, singular) · φρύδια(accusative, plural) · φρύδι(singular, vocative) · φρύδια(vocative, plural) · φρύδι(neuter)