Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΦΤΕΝΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
φτενό
φτενό
—
αιτιατική ενικού του φτενός
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του φτενός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φτενός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1301 · 10 Ιανουαρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις