Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΦΥΓΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
φυγών
verb
φυγών
—
Μετοχή του «φεύγω»: αυτός που έφυγε ή που διέφυγε.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#251 · 25 Φεβρουαρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις