WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φωλιά

noun

φωλιάΚατασκευή όπου ζουν και γεννούν τα πουλιά, συνήθως από κλαδιά ή χόρτα.

Βικιλεξικό →
Sedecordle Πλέγμα 15 #79 · 28 Ιουνίου 2026
Quordle Πλέγμα 4 #19 · 29 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1358 · 8 Μαρτίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα