foˈʎa
Originφωλιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φωλεά με συνίζηση -ιά για αποφυγή της χασμωδίας
- ο χώρος που κατοικούν ή και γεννούν τα ζώα
- especiallyη κατασκευή αρκετών πτηνών και ερπετών όπου γεννούν τα αυγά τους
- figurativelyοτιδήποτε μοιάζει με φωλιά πουλιού
- figurativelyσημείο συχνής συνεύρεσης που διατηρείται κρυφό
- κύλινδρος, συνήθως από πορσελάνη, στον οποίο μπαίνει η ηλεκτρική ασφάλεια
- η έδρα του φορτωτήρα (κοινώς μπίγας) στον ιστό (άλμπουρο) του πλοίου, στην οποία φωλιάζει με πείρο
- η πλευρική εσοχή πλοίου όπου φέρεται ο πλευρικός φανός ναυσιπλοΐας.
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Φωλιάς
Formsφωλιά(singular, nominative) · φωλιές(nominative, plural) · φωλιάς(genitive, singular) · φωλιών(genitive, plural) · φωλιά(accusative, singular) · φωλιές(accusative, plural) · φωλιά(singular, vocative) · φωλιές(vocative, plural) · φωλιά(feminine) · Φωλιά(invariable, feminine) · Folia(transliteration, Latin)