Originφόντο < ιταλική fondο (υπόβαθρο, φόντο, χρηματοδότηση)
- αυτό που περιβάλλει, που βρίσκεται συνήθως στο βάθος ή στον περίγυρο ενός κεντρικού θέματος (στη φωτογραφία, τη ζωγραφική κ.ά.)
“※ Γάμος με φόντο το ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης (εφ Ελευθεροτυπία, 17/8/2013)”
- figurativelyτο περιβάλλον, ο περίγυρος σε ένα κοινωνικό θέμα
“※ το φόντο σε όλες τις ταινίες/βιβλία του είναι συνήθως ο πόλεμος ή κάποια άλλη ακραία κατάσταση”
Formsφόντο(singular, nominative) · φόντα(nominative, plural) · φόντου(genitive, singular) · φόντων(genitive, plural) · φόντο(accusative, singular) · φόντα(accusative, plural) · φόντο(singular, vocative) · φόντα(vocative, plural) · φόντο(neuter)