WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

φόντο

φόντοαυτό που περιβάλλει, που βρίσκεται συνήθως στο βάθος ή στον περίγυρο ενός κεντρικού θέματος (στη φωτογραφία, τη ζωγραφική κ.ά.)

Wiktionary →
Daily Puzzle #1748 · 2 Απριλίου 2026
·Archive
No comments yet