Originφόρμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική forma < λατινική forma < ετρουσκική *morma < αρχαία ελληνική μορφή (αντιδάνειο)
- καλούπι που δίνει μορφή σε άλλα αντικείμενα όταν αυτά είναι από από εύπλαστο υλικό ή γίνονται εύπλαστα κάτω από ειδικές συνθήκες
- figurativelyτο αποτέλεσμα του φορμαρίσματος
“Το παλτό/τα μαλλιά μου έχασαν τη φόρμα τους.”
- figurativelyη μορφή ή τα χαρακτηριστικά στοιχεία διάφορων καλλιτεχνικών έργων
“Η φόρμα σονάτας.”
“Οι φόρμες των ιμπρεσιονιστών.”
“Οι νέες φόρμες στη μουσική.”
- ρούχα για σκληρές, χειρωνακτικές ή γενικά κοπιαστικές δουλειές από τις οποίες μπορεί κάποιος να λερωθεί ή και το ρούχο του να φθαρεί/σκιστεί -συχνά ολόσωμα
“Η φόρμα του εργάτη.”
“Η αθλητική φόρμα.”
“Η φόρμα του μωρού.”
- figurativelyη καλή και φυσική, σωματική ή ψυχολογική κατάσταση
“Δεν είμαι στις φόρμες μου σήμερα.”
“Είμαι σε καλή/κακή φόρμα. < μάλλον από νεότερες εκφράσεις, όπως γαλλικά en forme, γερμανικά in Form και αγγλικά in form”
- έτοιμη αίτηση ή έγγραφο με στερεότυπες εκφράσεις το οποίο πρέπει να συμπληρώνει ένας ενδιαφερόμενος με τα στοιχεία του
“Συμπληρώστε παρακαλώ τη φόρμα.”
Formsφόρμα(singular, nominative) · φόρμες(nominative, plural) · φόρμας(genitive, singular) · φορμών(genitive, plural) · φόρμα(accusative, singular) · φόρμες(accusative, plural) · φόρμα(singular, vocative) · φόρμες(vocative, plural) · φόρμα(feminine) · Φόρμα(feminine) · Φόρμας(masculine) · Forma(transliteration, Latin)