ˈfi.lo
Ετυμολογίαφύλλο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φύλλον
- διακριτό μέρος φυτού στο οποίο συμβαίνει η φωτοσύνθεση
- τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι χαρτιού
“Δώστε μου ένα φύλλο να σημειώσω / Φέρτε φύλλα για το φωτοτυπικό.”
“Το τετράδιο με 50 φύλλα έχει 100 σελίδες.”
- τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι μετάλλου
- επίπεδο γεωμετρικό σχήμα που οριοθετείται από δύο τόξα κύκλων
- σχετικά επίπεδο και λεπτό κομμάτι ζύμης
“Λέω την Κυριακή να ανοίξω φύλλο για τυρόπιτα.”
- οι εφημερίδες, αλλά και έντυπα που δεν κυκλοφορούν απαραιτήτως καθημερινά
“Θα δημοσιευτεί η αγγελία σας στο φύλλο του Σαββάτου.”
“Θα βάλω την αγγελία μου σε ένα εβδομαδιαίο φύλλο της Πάτρας.”
- χαρτί της τράπουλας
“έχω καλό φύλλο/ Θα κάνεις καμιά φορά φύλλα; Κοιμηθήκαμε! (θα μοιράσεις;)”
- επίσημο έγγραφο
- τμήματα επίπλου ή σημείων εισόδου τα οποία ανοιγοκλείνουν
“τα φύλλα της ντουλάπας, του παράθυρου/Δίφυλλη ντουλάπα”
Τύποιφύλλο(singular, nominative) · φύλλα(nominative, plural) · φύλλου(genitive, singular) · φύλλων(genitive, plural) · φύλλο(accusative, singular) · φύλλα(accusative, plural) · φύλλο(singular, vocative) · φύλλα(vocative, plural) · φύλλο(neuter)