Ετυμολογίαχάκερ < (άμεσο δάνειο) αγγλική hacker
- informal, internet-slang, neologismο χρήστης που εκμεταλλευόμενος κενό ασφάλειας, αποκτά πρόσβαση και εισβάλλει σε υπολογιστικά συστήματα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποιχάκερ(invariable, masculine) · Χάκερ(masculine, feminine) · Chaker(transliteration, Latin)