A word examined

χάκερ

5 letters·Ελληνικά

χάκερο χρήστης που εκμεταλλευόμενος κενό ασφάλειας, αποκτά πρόσβαση και εισβάλλει σε υπολογιστικά συστήματα

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα