ˈxa.ɾis
Ετυμολογίαχάρις < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική χάρις
: για το επίρρημα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική grâce à
- formalμε τη βοήθεια ή με την παρέμβαση κάποιου
“χάρις σε σένα, άρχισα να διαβάζω ποίηση”
- formalη θεία Χάρις
- formal, no-glossη χάρη
- formalοι τρεις Χάριτες
- γυναικείο όνομα
- η σύζυγος του Ήφαιστου
- μία από τις Χάριτες
Τύποιχάρις(feminine) · χάρις(singular, nominative) · χάριτες(nominative, plural) · χάριτος(genitive, singular) · χαρίτων(genitive, plural) · χάριν(accusative, singular) · χάριτες(accusative, plural) · χάρι(singular, vocative) · χάριτες(vocative, plural) · Χάρις(feminine)