Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΑΡΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χάρου
χάρου
—
γενική ενικού του χάρος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Χάρου < → λείπει η ετυμολογία
noun
genitive, singular
γενική ενικού του χάρος
name
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποι
χάρου
(masculine)
·
Χάρου
(masculine, feminine)
·
Charou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#193 · 29 Δεκεμβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις