Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΑΡΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χάρων
χάρων
—
γενική πληθυντικού του χάρος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Χάρων < αρχαία ελληνική Χάρων
noun
genitive, plural
γενική πληθυντικού του χάρος
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
χάρων
(masculine)
·
Χάρων
(masculine)
·
Charon
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1004 · 19 Μαρτίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις