ˈxa.ska
Ετυμολογίαχάσκα < χάσκ(ω) + -α
- με ανοιχτό το στόμα, που χάσκει
“Άλλοι Πάσχα κι άλλοι χάσκα. (Παροιμία από τους Παξούς)”
- έθιμο της Κυριακής της Τυρινής κατά το οποίο μια ομάδα ανθρώπων, που στέκονται σε κύκλο και με τα χέρια πίσω τους, προσπαθεί να πιάσει με το στόμα ένα αβγό, που είναι δεμένο σ' ένα σπάγκο
- rareγυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χάσκας
Τύποιχάσκα(feminine) · χάσκα(singular, nominative) · χάσκας(genitive, singular) · χάσκα(accusative, singular) · χάσκα(singular, vocative) · Χάσκα(invariable, feminine) · Chaska(transliteration, Latin)