A word examined

χάσκι

noun
5 letters·Ελληνικά
noun

χάσκιράτσα σκύλου που κατάγεται από τη Σιβηρία και αντέχει σε ιδιαίτερα ψυχρά κλίματα

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα