Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΕΡΣΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χέρσα
χέρσα
—
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χέρσος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χέρσος
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του χέρσος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#793 · 21 Αυγούστου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις