Ετυμολογίαχαίτη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χαίτη
- οι μακρύτερες απ' ό,τι στο υπόλοιπο σώμα τρίχες που φύονται στον αυχένα διάφορων ζώων
Τύποιχαίτη(singular, nominative) · χαίτες(nominative, plural) · χαίτης(genitive, singular) · χαιτών(genitive, plural) · χαίτη(accusative, singular) · χαίτες(accusative, plural) · χαίτη(singular, vocative) · χαίτες(vocative, plural) · χαίτη(feminine)