xaɾˈti
Ετυμολογίαχαρτί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαρτίν < ελληνιστική κοινή χαρτίον (υποκοριστικό της αρχαιοελληνικής χάρτης)
:* για το τραπουλόχαρτο < (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική carte
- λεπτό υλικό, φτιαγμένο από ξύλο ή άλλο υλικό, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα. Χρησιμοποιείται, ανάλογα με την ποιότητά του, για γραφή, περιτύλιγμα κ.λπ.
- figurativelyτο πολύ λευκό ύφασμα
- familiarεπίσημο έγγραφο
- το τραπουλόχαρτο
“έκφραση: έχω χαρτί σήμερα!”
Τύποιχαρτί(singular, nominative) · χαρτιά(nominative, plural) · χαρτιού(genitive, singular) · χαρτιών(genitive, plural) · χαρτί(accusative, singular) · χαρτιά(accusative, plural) · χαρτί(singular, vocative) · χαρτιά(vocative, plural) · χαρτί(neuter)