WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

χασών

noun

χασώνΛαϊκή λέξη για τον χαζό/αφελή άνθρωπο, τον «βλάκα».

Daily Puzzle #931 · 6 Ιανουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα