ˈçi.li
Ετυμολογίαχείλι < μεσαιωνική ελληνική χείλιν και ἀχείλιν με ανασυλλαβισμό "ἕνα ἀχείλι(ν)" > "ένα χείλι" < αρχαία ελληνική χεῖλος
# χείλι < πληθυντικός του αρχαία ελληνική χεῖλος: τὰ χείλη-α > τα χείλια > ενικός το χείλι
- το χείλος του στόματος
“※ Τι βουτιές, τι πλατσουρίσματα, τι χοροπηδήματα, τι πατητές, τι το ξερό, μέχρι να ξεθεωθούμε. Η μαμά από κοντά, έβγαινε πιό γρήγορα, λέγοντας και σε μας: « Μπρός, έξω τώρα !!!». Πριτς εμείς: «Ακόμα λ”
Τύποιχείλι(singular, nominative) · χείλια(nominative, plural) · χείλη(nominative, plural) · χειλιού(genitive, singular) · χειλιών(genitive, plural) · χείλέων(genitive, plural) · χείλι(accusative, singular) · χείλια(accusative, plural) · χείλη(accusative, plural) · χείλι(singular, vocative) · χείλια(vocative, plural) · χείλη(vocative, plural) · χείλι(neuter)