Ετυμολογίαχορδή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χορδή
:* για σύγχρονους όρους < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική corde < λατινική corda < αρχαία ελληνική χορδή
- σώμα με μορφή νήματος, από έντερο ή τένοντα ζώου ή μέταλλο, που τεντώνεται πάνω σε ηχείο μουσικού οργάνου και, όταν πάλλεται, παράγει ήχο: οι χορδές της κιθάρας
- η νευρά τόξου, δηλαδή το ελαστικό μέρος ενός όπλου με το οποίο εκτοξεύονται βέλη ή πέτρες (στη σφενδόνη) και που κατασκευαζόταν από έντερο ή νεύρο -τένοντα ζώου
Τύποιχορδή(singular, nominative) · χορδές(nominative, plural) · χορδής(genitive, singular) · χορδών(genitive, plural) · χορδή(accusative, singular) · χορδές(accusative, plural) · χορδή(singular, vocative) · χορδές(vocative, plural) · χορδή(feminine)