A WORD EXAMINED

χορδή

a portrait in meaning space

χορδήσώμα με μορφή νήματος, από έντερο ή τένοντα ζώου ή μέταλλο, που τεντώνεται πάνω σε ηχείο μουσικού οργάνου και, όταν πάλλεται, παράγει ήχο: οι χορδές της κιθάρας

Βικιλεξικό →
Octordle Πλέγμα 4 #30 · 10 Μαΐου 2026
Sedecordle Πλέγμα 9 #25 · 5 Μαΐου 2026
Sedecordle Πλέγμα 2 #16 · 26 Απριλίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 14 #16 · 26 Απριλίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα