WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

χοϊκά

adjective

χοϊκάΠου είναι φτιαγμένα από χώμα ή έχουν τη φύση του χώματος· γήινα, ταπεινά.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1672 · 16 Ιανουαρίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα