WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

χοϊκό

επίθετο

χοϊκόΠου είναι φτιαγμένος από χώμα ή σκόνη· γήινος, υλικός.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1230 · 31 Οκτωβρίου 2024
·Archive
No comments yet