Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΟΪΚΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χοϊκό
adjective
χοϊκό
—
Που είναι φτιαγμένος από χώμα ή σκόνη· γήινος, υλικός.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του χοϊκός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του χοϊκός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1230 · 31 Οκτωβρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις