Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΟΥΜΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χούμο
χούμο
—
αιτιατική ενικού του χούμος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Χούμο < → λείπει η ετυμολογία
noun
accusative, singular
αιτιατική ενικού του χούμος
name
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποι
χούμο
(masculine)
·
Χούμο
(masculine, feminine)
·
Choumo
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1659 · 3 Ιανουαρίου 2026
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις