ˈxɾi.si
Ετυμολογίαχρήση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρῆσις < χρῶμαι < χρή
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χρησιμοποιώ
- οι οικονομικές δραστηριότητες και δικαιώματα ενός έτους (ή άλλου χρονικού διαστήματος), ιδίως στα πλαίσια προϋπολογισμών και ισολογισμών
Τύποιχρήση(singular, nominative) · χρήσεις(nominative, plural) · χρήσης(genitive, singular) · χρήσεων(genitive, plural) · χρήση(accusative, singular) · χρήσεις(accusative, plural) · χρήση(singular, vocative) · χρήσεις(vocative, plural) · χρήση(feminine)