Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΡΙΕΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χρίει
verb
χρίει
—
Αλείφει ή βάζει κρέμα/λάδι σε κάτι ή σε κάποιον.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#243 · 17 Φεβρουαρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις