WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

χρυσή

επίθετο

χρυσήΘηλυκό του «χρυσός»: που είναι από χρυσό ή έχει χρυσαφί χρώμα.

Wiktionary →
Speed Streak #15 · 25 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1284 · 24 Δεκεμβρίου 2024
·Archive
No comments yet