A WORD EXAMINED

χτίζω

a portrait in meaning space

χτίζωκατασκευάζω με τούβλα, ξύλα ή άλλα υλικά κάτι (οίκημα, οικοδόμημα)

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα