A word examined

χτίζω

5 letters·Ελληνικά

χτίζω—κατασκευάζω με τούβλα, ξύλα ή άλλα υλικά κάτι (οίκημα, οικοδόμημα)

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα