Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΩΛΗΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χωλής
adjective
χωλής
—
Που κουτσαίνει, με χωλό πόδι.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Χωλής < → λείπει η ετυμολογία
adj
genitive, singular
γενική ενικού του χωλή
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
Χωλής
(masculine)
·
Cholis
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1309 · 18 Ιανουαρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις