WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

χωράς

verb

χωράςΒ΄ ενικό ενεστώτα του «χωράω»: έχεις αρκετό χώρο ή μπορείς να μπεις/να χωρέσεις κάπου.

Daily Puzzle #1171 · 2 Σεπτεμβρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα