Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χύσει
χύσει
—
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χύνω
Wiktionary →
Dictionary
verb
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χύνω
γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χύνω
θα χύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χύνω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#1098 · 21 Ιουνίου 2024
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment