WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

χύσις

noun

χύσιςη πράξη του χύνω, δηλ. το χύσιμο/η έκχυση ενός υγρού.

Wiktionary →
Daily Puzzle #191 · 27 Δεκεμβρίου 2021
·Archive
Κανένα σχόλιο ακόμα