ˈxo.ɾos
Originχώρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χῶρος (δείτε και χώρα)
:* για τον επαγγελματικό χώρο & μεταφορικές σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική espace ή από την αγγλική domain
- ο κενός ή διαθέσιμος τόπος
- οποιαδήποτε τρισδιάστατη έκταση
- τόπος για συγκεκριμένη χρήση, όπως κτιριο, δωμάτιο, οικόπεδο κ.λπ
- generalο τόπος όπου κάτι ζει, υπάρχει ή διεξάγεται
- το τρισδιάστατο σύστημα αναφοράς που χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί η θέση ενός σημείου
Formsχώρος(singular, nominative) · χώροι(nominative, plural) · χώρου(genitive, singular) · χώρων(genitive, plural) · χώρο(accusative, singular) · χώρους(accusative, plural) · χώρε(singular, vocative) · χώροι(vocative, plural) · χώρος(masculine)