Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΩΣΕΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χώσει
verb
χώσει
—
Θα θάψει ή θα καλύψει κάτι με χώμα (π.χ. θα «χώσει» κάτι στο χώμα).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χώνω
γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνω
θα χώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χώνω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#839 · 6 Οκτωβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις