Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χώσει
ρήμα
χώσει
—
Θα θάψει ή θα καλύψει κάτι με χώμα (π.χ. θα «χώσει» κάτι στο χώμα).
Wiktionary →
Dictionary
verb
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χώνω
γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος χώνω
θα χώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος χώνω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Duotrigordle
Board 19
#8 · 18 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#839 · 6 Οκτωβρίου 2023
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment