WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

χώσει

verb

χώσειΘα θάψει ή θα καλύψει κάτι με χώμα (π.χ. θα «χώσει» κάτι στο χώμα).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #839 · 6 Οκτωβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα