Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΧΩΣΙΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
χώσιν
noun
χώσιν
—
Αιτιατική πληθυντικού του «χόση»: το χώμα/μπάζα που ρίχνουν για γέμισμα ή επίχωση.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1029 · 13 Απριλίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις