WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ψάμμο

noun

ψάμμοΗ ψάμμος είναι η λεπτή άμμος, συνήθως της παραλίας ή του βυθού.

Daily Puzzle #1227 · 28 Οκτωβρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα