Originψάχνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψάχνω < αρχαία ελληνική ψαύω από το ουρανικό θέμα του παρακειμένου ἔψαυκα του ψαύω (κατά το διώκω που έγινε διώχνω)
- προσπαθώ να βρω κάτι ή κάποιον
“Τον έψαχνα σε όλη τη γειτονιά.”
“Ψάχνω να βρω στοιχεία στο διαδίκτυο για την εργασία μου.”
- ερευνώ (π.χ. ένα χώρο) προσπαθώντας να βρω κάτι ή κάποιον
“Έψαξε τις τσέπες του προσπαθώντας να βρει ανάμεσα στα κέρματα το κλειδί του.”
“τον έψαξαν στο αεροδρόμιο (του έκαναν σωματική έρευνα)”
- επιπλέον σημασίες στην παθητική φωνή
Formsέψαχνα(imperfect) · ψάξω(future) · έψαξα(aorist) · ψάχνομαι(passive) · ψάχτηκα(passive, aorist) · ψαγμένος(passive, participle) · ψάχνω(present, first-person, singular) · έψαχνα(imperfect, first-person, singular) · θα ψάχνω(future, imperfect, first-person, singular) · να ψάχνω(subjunctive, first-person, singular) · ψάχνοντας(participle) · ψάχνεις(present, second-person, singular) · έψαχνες(imperfect, second-person, singular) · θα ψάχνεις(future, imperfect, second-person, singular) · να ψάχνεις(subjunctive, second-person, singular) · ψάχνε(imperative, second-person, singular) · ψάχνει(present, third-person, singular) · έψαχνε(imperfect, third-person, singular) · θα ψάχνει(future, imperfect, third-person, singular) · να ψάχνει(subjunctive, third-person, singular)