Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΨΗΝΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψήνου
verb
ψήνου
—
Μορφή του ρήματος «ψήνω»: (εγώ) ψήνω, δηλ. μαγειρεύω/ψήνω κάτι στη φωτιά ή στον φούρνο.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#434 · 27 Αυγούστου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις