WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ψήφων

ουσιαστικό

ψήφωνΓενική πληθυντικού του «ψήφος»: των ψήφων, δηλ. των ψήφων/ψήφων που δόθηκαν σε ψηφοφορία.

Daily Puzzle #1352 · 2 Μαρτίου 2025
·Archive
No comments yet