Ετυμολογίαψαράς < μεσαιωνική ελληνική ὀψαρᾶς < ὀψάριον < ὄψον
- αυτός που έχει ως επάγγελμα το ψάρεμα, καθώς και αυτός που ψαρεύει για την ευχαρίστησή του
“※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκ”
- αυτός που πουλάει ψάρια και άλλα θαλασσινά, ο ιχθυοπώλης
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Ψαρά)
Τύποιψαράς(singular, nominative) · ψαράδες(nominative, plural) · ψαρά(genitive, singular) · ψαράδων(genitive, plural) · ψαρά(accusative, singular) · ψαράδες(accusative, plural) · ψαρά(singular, vocative) · ψαράδες(vocative, plural) · ψαράς(masculine) · Ψαράς(singular, nominative) · Ψαράδες(nominative, plural) · Ψαρά(genitive, singular) · Ψαράδων(genitive, plural) · Ψαρά(accusative, singular) · Ψαράδες(accusative, plural) · Ψαρά(singular, vocative) · Ψαράδες(vocative, plural) · Ψαράς(masculine) · Psaras(transliteration, Latin)