WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ψαροί

adjective

ψαροίΠληθυντικός του «ψαρός»: γκρίζος, με άσπρες τρίχες ή μαλλιά.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1106 · 29 Ιουνίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα