Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΨΑΡΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψαρών
ψαρών
—
γενική πληθυντικού του ψαρός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του ψαρός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του ψαρή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του ψαρό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1607 · 12 Νοεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις