Ετυμολογίαψείρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ψεῖρα < ελληνιστική κοινή φθείρ (θηλυκό· στην αιτιατική φθεῖρα), με παρετυμολογική σύνδεση του μεσαιωνικού προς το ψύλλα, ψύλλος < αρχαία ελληνική φθείρ (αρσενικό)
- άπτερο ζωύφιο που παρασιτεί στο δέρμα του ανθρώπου και των ζώων
“※ Ποίος ή ποία καλείται γεγές ή γεγέδισα; Είναι κάτι νεαροί αξούριστοι και ακούρευτοι, με μακριά μαλλούρα, όπου μπορεί άνετα να στεγάζεται και να κυκλοφορεί η ψείρα. Διότι, η ψείρα κατά τον γεγέν, εκφ”
“Πάλι τα παιδιά στο σχολείο γέμισαν ψείρες. Πρέπει να ενημερωθούν οι γονείς.”
- figuratively, pluralτα πολύ μικρά γράμματα
“Συγνώμη, δεν μπορώ να διαβάσω αυτές τις ψείρες, γράψε σε παρακαλώ πιο μεγάλα γράμματα.”
- figuratively, pluralανοησίες, βλακείες, ανούσια πράγματα
“Γιατί ασχολείσαι με ψείρες; Δεν με ενδιαφέρει τι φόρεμα φορούσε στη δεξίωση η σταρ!.”
- figurativelyπολύ μικρό ακουστικό ή μικρόφωνο (συνήθως στερεωμένο έτσι ώστε να μην είναι ορατό)
- figurativelyμικρό κοκαλάκι συνώνυμο του κκάμερ
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ψείρας
Τύποιψείρα(singular, nominative) · ψείρες(nominative, plural) · ψείρας(genitive, singular) · ψειρών(genitive, plural) · ψείρα(accusative, singular) · ψείρες(accusative, plural) · ψείρα(singular, vocative) · ψείρες(vocative, plural) · ψείρα(feminine) · Ψείρα(invariable, feminine) · Psira(transliteration, Latin)