Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΨΕΛΛΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψελλό
ψελλό
—
αιτιατική ενικού του ψελλός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του ψελλός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ψελλός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1044 · 28 Απριλίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις