OriginΨευδή < γενική ενικού του αρσενικού Ψευδής
- accusative, feminine, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδός
- accusative, nominative, plural, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψευδές
- accusative, singularαιτιατική ενικού του ψευδής
FormsΨευδή(feminine) · Ψευδής(masculine) · Psevdi(transliteration, Latin)