Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΨΗΤΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψητού
ψητού
—
γενική ενικού του ψητός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Ψητού < γενική ενικού του αρσενικού Ψητός
adj
genitive, singular
γενική ενικού του ψητός
genitive, singular
γενική ενικού του ψητό
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
Ψητού
(feminine)
·
Ψητός
(masculine)
·
Psitou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#308 · 23 Απριλίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις