Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΨΙΛΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψιλοί
ψιλοί
—
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιλός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
psiˈli
adj
masculine, nominative, plural, vocative
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψιλός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1475 · 3 Ιουλίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις