psiˈlos
Originψιλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψιλός (αποψιλωμένος)
:* για τη γραμματική: < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ψιλός
:* νομικά: < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική nue-proprieté
- λεπτός
“έπεφτε ψιλή βροχή· κόβω το μήλο σε ψιλές φέτες”
- λεπτός σαν παιδικός (παραβάλετε με ψηλός)
- ψιλά σύμφωνα της αρχαίας ελληνικής: τα σύμφωνα κ, π, τ, τα σύγχρονα άηχα κλειστά
- ψιλή κυριότητα: το να έχει κάποιος μια ιδιοκτησία χωρίς να μπορεί να καρπώνεται και τα οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποφέρει, την επικαρπία
- ψιλοί (στρατιώτες): στην αρχαιότητα, οι στρατιώτες που δεν έφεραν βαρύ οπλισμό
- familiarτα ψιλά, μικρού μήκους κύματος συχνότητες, υψηλές συχνότητες
- ο αποψιλωμένος
Formsψιλός(masculine, singular, nominative) · ψιλή(singular, feminine, nominative) · ψιλό(singular, nominative, neuter) · ψιλού(masculine, genitive, singular) · ψιλής(genitive, singular, feminine) · ψιλού(genitive, singular, neuter) · ψιλό(accusative, masculine, singular) · ψιλή(accusative, singular, feminine) · ψιλό(accusative, singular, neuter) · ψιλέ(masculine, singular, vocative) · ψιλή(singular, feminine, vocative) · ψιλό(singular, vocative, neuter) · ψιλοί(masculine, nominative, plural) · ψιλές(feminine, nominative, plural) · ψιλά(nominative, neuter, plural) · ψιλών(masculine, genitive, plural) · ψιλών(genitive, feminine, plural) · ψιλών(genitive, neuter, plural) · ψιλούς(accusative, masculine, plural) · ψιλές(accusative, feminine, plural)