Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΨΩΛΕΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψωλές
noun
ψωλές
—
Χυδαίος όρος για τα ανδρικά γεννητικά όργανα (πληθυντικός του «ψωλή»).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
intj
γαμώτο, έκφραση αγανάκτησης ή απογοήτευσης
adj
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωλή
Τύποι
ψωλές
(vulgar)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1128 · 21 Ιουλίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις