WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ψωλές

noun

ψωλέςΧυδαίος όρος για τα ανδρικά γεννητικά όργανα (πληθυντικός του «ψωλή»).

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1128 · 21 Ιουλίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα