Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψωλές
ουσιαστικό
ψωλές
—
Χυδαίος όρος για τα ανδρικά γεννητικά όργανα (πληθυντικός του «ψωλή»).
Wiktionary →
Dictionary
intj
γαμώτο, έκφραση αγανάκτησης ή απογοήτευσης
adj
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψωλή
Forms
ψωλές
(vulgar)
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#1128 · 21 Ιουλίου 2024
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment