Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΨΟΓΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψόγων
noun
ψόγων
—
Γενική πληθυντικού του «ψόγος»: οι κατηγορίες ή οι επικρίσεις.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#113 · 10 Οκτωβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις