Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΨΟΦΙΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ψόφιε
verb
ψόφιε
—
Προστακτική του «ψοφάω»: πέθανε/ψόφησε (συνήθως ως βρισιά ή για ζώα).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#689 · 9 Μαΐου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις