WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ψύξης

noun

ψύξηςΗ ψύξη είναι η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του να κρυώνει κάτι, συνήθως με ψυγείο ή κλιματισμό.

Wiktionary →
Daily Puzzle #130 · 27 Οκτωβρίου 2021
·Archive
No comments yet